Φορολογία Τραπεζών & Κεφαλαιαγοράς
Το χαρτόσημο έφυγε, το κόστος έμεινε
Ενημερώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026
Το τέλος χαρτοσήμου, θεσμός με ρίζες δεκαετιών, αντικαταστάθηκε από νεότερο νομοθετικό πλαίσιο το οποίο επιχείρησε να εκσυγχρονίσει και να απλοποιήσει τη φορολόγηση εγγράφων και συναλλαγών που παλαιότερα υπάγονταν σε αυτό. Η αφήγηση της «κατάργησης του χαρτοσήμου» ωστόσο χρειάζεται προσοχή: αυτό που καταργήθηκε ήταν ο παλαιός μηχανισμός, όχι κατ’ ανάγκη το ίδιο το φορολογικό βάρος. Για δάνεια, εγγυήσεις και ενδοομιλική χρηματοδότηση, το ερώτημα τι ακριβώς επιβαρύνεται σήμερα, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιον μηχανισμό, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ερμηνευτικό ζήτημα.
Από το παλαιό τέλος χαρτοσήμου στο νέο πλαίσιο
Το νέο καθεστώς αποσυνδέθηκε από τη λογική του παλαιού Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου —ενός νομοθετήματος άλλης εποχής, με ασαφή πεδίο εφαρμογής και σημαντική νομολογιακή αβεβαιότητα γύρω από το ποιες συμβάσεις υπάγονταν σε αυτό. Στη θέση του τέθηκε ένα πλαίσιο με σαφέστερη απαρίθμηση των υποκείμενων πράξεων, στοχεύοντας να μειώσει τις ερμηνευτικές διαφορές που ταλάνιζαν επί χρόνια τη σχέση φορολογούμενων και φορολογικής διοίκησης — ιδίως στο ζήτημα αν συγκεκριμένες συμβάσεις δανεισμού, ιδίως μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, υπάγονταν ή όχι σε χαρτόσημο.
Το ουσιώδες σημείο είναι ότι η μετάβαση δεν αποτέλεσε γενική απαλλαγή. Ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων και χρηματοδοτήσεων εξακολουθούν να επιβαρύνονται, υπό το νέο καθεστώς, με ανάλογο τέλος — απλώς μέσω διαφορετικής νομοθετικής τεχνικής και, σε πολλές περιπτώσεις, με ηλεκτρονική διαδικασία απόδοσης αντί της παλαιάς φυσικής επικόλλησης ενσήμων.
Πού παραμένουν τα ερμηνευτικά κενά
Η μετάβαση σε νέο πλαίσιο, όσο προσεκτικά κι αν σχεδιάστηκε, δεν εξάλειψε αυτόματα όλες τις γκρίζες ζώνες. Παραμένουν ανοιχτά ζητήματα ερμηνείας ιδίως σε τρεις κατηγορίες: πρώτον, στην ενδοομιλική χρηματοδότηση (cash pooling, ενδοομιλικά δάνεια, εγγυήσεις μητρικής προς θυγατρική), όπου το ερώτημα αν και πώς επιβαρύνεται η συναλλαγή εξαρτάται συχνά από τη νομική μορφή της χρηματοδότησης και όχι μόνο από την οικονομική της ουσία. Δεύτερον, στις συμβάσεις που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο αλλά έχουν σύνδεσμο με την ελληνική έννομη τάξη — π.χ. μέσω εξασφαλίσεων επί περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα — όπου το πεδίο εφαρμογής του νέου πλαισίου δεν είναι πάντα αυτονόητο. Τρίτον, στις εγγυήσεις και ασφαλιστικές ρήτρες που συνοδεύουν σύνθετα χρηματοδοτικά σχήματα, όπου το ζήτημα του αν το κύριο δάνειο και η παρεπόμενη εγγύηση αντιμετωπίζονται ενιαία ή αυτοτελώς για τους σκοπούς επιβολής του τέλους δεν έχει πάντα σαφή απάντηση.
Γιατί έχει πρακτική σημασία
Για τράπεζες και επιχειρήσεις που δομούν χρηματοδοτικά σχήματα —είτε πρόκειται για κοινοπρακτικά δάνεια, είτε για ενδοομιλική ρευστότητα σε πολυεθνικούς ομίλους— η σωστή αντιμετώπιση αυτού του τέλους δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Λανθασμένη εκτίμηση μπορεί να σημαίνει είτε αδικαιολόγητη επιβάρυνση της συναλλαγής είτε, αντίθετα, έκθεση σε μελλοντική αμφισβήτηση από τη φορολογική διοίκηση με σημαντικό κόστος πρόσθετων επιβαρύνσεων. Η αντικατάσταση του χαρτοσήμου άλλαξε τη μορφή του ζητήματος, όχι όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, την ανάγκη προσεκτικής νομικής εξέτασης πριν από κάθε σημαντική χρηματοδοτική συναλλαγή.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση έχει τα δικά της δεδομένα — για εξατομικευμένη καθοδήγησηεπικοινωνήστε μαζί μας.