Καλομοίρα ΚωτσαλάΦορολογικό Δίκαιο
Μενού

Φορολογία Τραπεζών & Κεφαλαιαγοράς

Ποιος πλήρωσε τελικά τα κόκκινα δάνεια; Η απάντηση είναι στον φορολογικό νόμο

Ενημερώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών, μέσω τιτλοποιήσεων, πωλήσεων χαρτοφυλακίων και διαγραφών, παρουσιάζεται συχνά ως επιτυχία εξυγίανσης του κλάδου. Είναι όμως χρήσιμο να δει κανείς τι συνέβη πίσω από τους ισολογισμούς: κάθε τέτοια συναλλαγή παρήγαγε λογιστική και φορολογική ζημία, και η ζημία αυτή δεν εξαφανίστηκε — μετακυλίστηκε, μέσω συγκεκριμένου νομοθετικού μηχανισμού, σε κάτι που μοιάζει με απαίτηση κατά του Δημοσίου. Το ερώτημα ποιος επωμίστηκε τελικά αυτό το κόστος δεν απαντάται μόνο στα δελτία τύπου των τραπεζών, αλλά στον τρόπο που λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός.

Από τη λογιστική ζημία στη φορολογική απαίτηση

Όταν μια τράπεζα πωλεί ή διαγράφει δάνεια σε τιμή χαμηλότερη από τη λογιστική τους αξία, καταγράφει ζημία. Υπό το ειδικό καθεστώς που θεσπίστηκε για τον κλάδο κατά την περίοδο των ανακεφαλαιοποιήσεων, μέρος αυτών των ζημιών —εφόσον προέρχονται από συγκεκριμένες κατηγορίες προβλέψεων και πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις— δεν χάνεται ως απλή φορολογική εκροή μελλοντικών κερδών, αλλά μπορεί, υπό όρους, να μετατραπεί σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου. Πρόκειται για μηχανισμό σχεδιασμένο ώστε η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση να λειτουργεί ως αξιόπιστο εποπτικό κεφάλαιο, ανεξάρτητα από το αν η τράπεζα θα έχει στο μέλλον αρκετά φορολογητέα κέρδη για να την «απορροφήσει».

Η λογική αυτή εξυπηρέτησε συγκεκριμένο σκοπό τη στιγμή που θεσπίστηκε: επέτρεψε στις τράπεζες να διατηρήσουν κεφαλαιακή επάρκεια ενώ προχωρούσαν σε επιθετική εξυγίανση χαρτοφυλακίων, αποφεύγοντας πρόσθετες ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα στην πιο οξεία φάση της κρίσης.

Ποιος επωμίζεται τελικά το κόστος

Η μετατροπή της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε πραγματική απαίτηση δεν είναι αφηρημένη λογιστική εγγραφή· υπό τις προϋποθέσεις ενεργοποίησής της, συνεπάγεται είτε συμψηφισμό με μελλοντική φορολογική υποχρέωση της τράπεζας είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρέωση του Δημοσίου να ικανοποιήσει την απαίτηση μέσω μηχανισμού έκδοσης νέων μετοχών υπέρ του Δημοσίου ή άλλης ισοδύναμης ρύθμισης. Με απλά λόγια: η ζημία που προέκυψε από τη διαχείριση των κόκκινων δανείων δεν παρέμεινε αποκλειστικά εσωτερικό ζήτημα της τράπεζας και των μετόχων της· εγγράφηκε, εν μέρει, ως ενδεχόμενη υποχρέωση του δημοσίου φορολογικού συστήματος συνολικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε κάποια μονομερής «διάσωση» με τη στενή έννοια. Σημαίνει ότι το κόστος της εξυγίανσης επιμερίστηκε μέσω ενός μηχανισμού που δεν είναι ορατός στον μη ειδικό παρατηρητή, και ο οποίος λειτούργησε παράλληλα με —όχι αντί για— τις απώλειες που υπέστησαν άμεσα οι παλαιοί μέτοχοι μέσω των διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων και της αραίωσης της συμμετοχής τους.

Γιατί έχει ακόμη σημασία

Το ύψος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που παραμένει στους ισολογισμούς των τραπεζών επηρεάζει ακόμη σήμερα την ποιότητα των εποπτικών τους κεφαλαίων και, όπως αναλύεται και σε άλλο σημείο αυτής της σειράς, την ελευθερία διανομής μερισμάτων. Ο φορολογικός λογαριασμός της εξυγίανσης δεν έκλεισε με την ολοκλήρωση των τιτλοποιήσεων· παραμένει ανοιχτός, αποσβενόμενος σταδιακά, και αποτελεί υπενθύμιση ότι η «κάθαρση» των ισολογισμών είχε δημοσιονομικό αντίκρισμα το οποίο εξακολουθεί να αποτυπώνεται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στις σχέσεις τραπεζών και Δημοσίου.

Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση έχει τα δικά της δεδομένα — για εξατομικευμένη καθοδήγησηεπικοινωνήστε μαζί μας.