Φορολογία Τραπεζών & Κεφαλαιαγοράς
Ξένα κεφάλαια, ελληνική γραφειοκρατία: ο φόρος στα μερίσματα που επιστρέφεται με καθυστέρηση
Ενημερώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2026
Οι συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συνάψει η Ελλάδα με δεκάδες χώρες προβλέπουν, κατά κανόνα, μειωμένο συντελεστή παρακράτησης φόρου επί μερισμάτων που καταβάλλονται σε αλλοδαπούς επενδυτές, σε σχέση με τον συντελεστή που θα ίσχυε χωρίς σύμβαση. Στο χαρτί, πρόκειται για καθεστώς ευνοϊκό και προβλέψιμο. Στην πράξη, η απόσταση ανάμεσα στο δικαίωμα μειωμένης φορολόγησης και στην πραγματική απόλαυσή του από τον επενδυτή καλύπτεται από μια διαδικασία η οποία, για πολλούς θεσμικούς επενδυτές, λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως διευκόλυνση.
Δύο δρόμοι, ένας εξ αυτών ελάχιστα προσβάσιμος
Θεωρητικά, υπάρχουν δύο τρόποι εφαρμογής της μειωμένης φορολόγησης: η απαλλαγή στην πηγή (relief at source), όπου ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται απευθείας κατά την καταβολή του μερίσματος, και η επιστροφή εκ των υστέρων (refund), όπου ο επενδυτής αρχικά επιβαρύνεται με τον πλήρη εγχώριο συντελεστή και στη συνέχεια υποβάλλει αίτημα επιστροφής της διαφοράς. Η πρώτη μέθοδος είναι κατά πολύ προτιμότερη για τον επενδυτή, καθώς δεν του δεσμεύει ρευστότητα και δεν τον εκθέτει σε διοικητικό κόστος και χρόνο αναμονής.
Στην ελληνική πρακτική, η απαλλαγή στην πηγή δεν είναι πάντα διαθέσιμη ή λειτουργικά προσβάσιμη σε όλες τις κατηγορίες επενδυτών και διαμεσολαβητών (θεματοφύλακες, custodians, κεντρικά αποθετήρια), με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των ξένων επενδυτών να καταλήγει στον δεύτερο δρόμο — την εκ των υστέρων επιστροφή. Εκεί εντοπίζεται και το ουσιαστικό πρόβλημα.
Η διαδικασία ως αντικίνητρο
Η διαδικασία επιστροφής προϋποθέτει συγκέντρωση πιστοποιητικών φορολογικής κατοικίας, υποβολή αιτήσεων σε συγκεκριμένη μορφή, συχνά μέσω αλληλογραφίας με την ελληνική φορολογική διοίκηση, και αναμονή για την εξέταση και έγκριση του αιτήματος. Για μεγάλους θεσμικούς επενδυτές με διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο σε δεκάδες αγορές, το διοικητικό κόστος διεκδίκησης μιας σχετικά μικρής επιστροφής ανά θέση μπορεί να μην δικαιολογεί, από πλευράς cost-benefit, την ενασχόληση — με αποτέλεσμα ένα μέρος των επενδυτών να μην διεκδικεί καν την επιστροφή που δικαιούται, αφήνοντας το ποσό αυτό ουσιαστικά ανεκμετάλλευτο.
Για όσους επιμένουν στη διεκδίκηση, ο χρόνος αναμονής μέχρι την πραγματική επιστροφή των χρημάτων μπορεί να εκτείνεται σε μήνες, δημιουργώντας κόστος ευκαιρίας και αβεβαιότητα ταμειακών ροών — παράγοντες που ένας θεσμικός επενδυτής συνυπολογίζει, μαζί με άλλους, στην απόφαση κατανομής κεφαλαίων μεταξύ αγορών.
Το κόστος για την ελκυστικότητα της αγοράς
Το ζήτημα δεν είναι απλώς διοικητικής φύσης· έχει άμεση σχέση με την ελκυστικότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς για ξένα κεφάλαια. Ένα καθεστώς όπου το δικαίωμα μειωμένης φορολόγησης υπάρχει τυπικά αλλά η άσκησή του απαιτεί δυσανάλογη διοικητική προσπάθεια λειτουργεί, στην πράξη, ως σιωπηρή επιβάρυνση — ένα «φόρο ταλαιπωρίας» που δεν εμφανίζεται πουθενά ως ποσοστό, αλλά επηρεάζει την πραγματική απόδοση της επένδυσης και, μέσω αυτής, τις αποφάσεις κατανομής κεφαλαίων. Η απλοποίηση και ψηφιοποίηση αυτής της διαδικασίας παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, ανοιχτό στοίχημα για τη βελτίωση της θέσης της ελληνικής αγοράς απέναντι σε ανταγωνίστριες δικαιοδοσίες που έχουν ήδη απλουστεύσει αντίστοιχες διαδικασίες.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση έχει τα δικά της δεδομένα — για εξατομικευμένη καθοδήγησηεπικοινωνήστε μαζί μας.